Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Thesaurus-Synonyms     DΕTERMINED

'determined' adjective having made a firm decision to do something and showing the courage and will-power needed to do it: She was determined to finish the marathon even though she was exhausted. * αποφασισμένος, ανένδοτος, ανυποχώρητος σε μια απόφαση και με θέληση να την υλοποιήσεις

[dead set on] (informal) having a particular aim or plan that no one will be able to persuade you to give up: dead set on going to university. * σταθερά προσανατολισμένος σε ένα σκοπό, αυτός που έχει «βάλει στο μάτι» κάτι

[focused] concentrating your mind and efforts on a particular aim or subject: To be a tennis champion, you have to be really focused. * εστιασμένος, επικεντρωμένος, που έχει βάλει στο επίκεντρο του
ενδιαφέροντος

[hell-bent] (informal) recklessly determined to do something: He was hell-bent on winning, no matter what it took. * ριψοκίνδυνα και πεισματωδώς αφοσιωμένος σε ένα σκοπό

[intent] having made up your mind to do something: She seemed to be intent on causing trouble. * εστιασμένος, προσηλωμένος: που επιδιώκει με επιμονή, αποφασισμένος

[resolute ]showing courage and firmness in keeping to a decision that you have made: He was resolute in his refusal to get involved in petty arguments. * αποφασιστικός, ανένδοτος

[unflinching] firm and strong despite difficulties or opposition: her unflinching support for her husband. * προσηλωμένος, ακλόνητος, αυτός που δεν διστάζει, που δεν «κωλώνει» παρά τις αντιδράσεις και
τις δυσκολίες

taken from the BETSIS ELT DICTIONARY & THESAURUS

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου